Η γιαγιά Ελλάδα

stoneΠοια είμαι; Παλιά ήμουν η χώρα του φωτός. Μετά με είπαν Ψωροκώσταινα, πως καμαρώνω είπαν για τα παλιά λιωμένα μου φουστάνια. Μήπως είχα και καλύτερα. Ρωμαίοι, Τούρκοι τα ρήμαξαν κι οι νεοέλληνες τα μπάλωσαν με ξένα υφάσματα.

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΔΡΟΣΑΚΗΣ Ηθοποιός, Θεατρικός Συγγραφέας, Σκηνοθέτης Actor, Playwright, Director στο tabula-rasa.gr

Ύστερα με πήρανε τα μίντια κι έγινα Λαμπρακιστάν. Στο ανάποδο…
Αλλά εσύ να με λες γιαγιά, γιατί και να το πεις ανάποδα, πάλι το ίδιο θα ‘ναι. Μη με λες τίποτα. Τα παιδιά μου ρε δεν κλέβουν. Κατάλαβες;… Τα παιδιά μου δεν σκοτώνονται μεταξύ τους, τα παιδιά μου δε με πουλάνε. Δε με ντροπιάζουν. Τα παιδιά μου δε με καίνε. Κι όμως λένε: πουλάει τα παιδιά της, η γιαγιά! Η γιαγιά φταίει για όλα τα ΑΝΑΠΟΔΑ; Και ποιοι είναι παιδιά μου…; Τότε οι τριακόσιοι πολεμούσαν για τη Σπάρτη και υπήρχε ΕΝΑΣ προδότης Εφιάλτης, τώρα τριακόσιοι Εφιάλτες στη βουλή και… υπάρχει ΚΑΝΕΙΣ να πολεμάει; Ζυμαράκια- ζυμαράκια, ρεζίλι γίναμε… ψοφήσατε στη λουκουμόσκονη…; που πήγαν ρε συ οι αντράκλες οι μουστακανλήδες, οι λεβέντες, οι Τρικούπηδες, οι Μαυροκορδάτοι! Κι αυτό ανάποδα!

Έχουμε ταλέντο στο σκυφτό. Οι αρχαίοι έλληνες ρε δεν προσκυνούσαν σαν τους μπρουτάλ βαρβάρους[2]. Σήκωναν το κεφάλι, κοιτούσαν τον Όλυμπο. Ψηλά! Εκεί ήταν οι θεοί τους. Οι αρχαίοι έπλασαν οι ίδιοι τη θρησκεία τους, ενώ τους νεοέλληνες τους έπλασε η θρησκεία. Πηγαίνουμε στο αναποδο… Χορτάτοι κι ελεύθεροι οι Έλληνες δε δουλεύουν. Νηστικοί αρχίζουν να ξεκουνιούνται. Αν τους σκλαβώσεις μάλιστα, τους κάνεις θηρία. Κι εκεί που νομίζω πως χάθηκαν όλα, όποια πέτρα κι αν σηκώσω, Έλληνες θα βρω από κάτω – εκτός από σαλιγκάρια και σκορπιούς – καμιά φορά είναι το ίδιο – γιατί ο Έλληνας ή σαλιγκάρι είναι ή σκορπιός. Αχ, έθνος ανάποδο! Γιοι της ρετσίνας και της κομπίνας, της λούφας και της μούφας, των προικισμένων και των κοιμισμένων, των βολεμένων, των βασανισμένων, του όχι-άλλο-κάρβουνο… λαέ του κακοπληρωμένου μόχθου και του φανατισμένου όχλου. Σας έδωσα το θέατρο, το κάνατε αρπαχτή, σας έδωσα την ευγενή άμιλλα, την ξεφτιλίσατε, τους ολυμπιακούς αγώνες- ρόδα ντόπα και κοπάνα. Σας έδωσα την ομορφιά μου – γενιές γενιών φτύσαν αίμα γι’ αυτή την ομορφιά – με ντεκαπάρατε, με μπογιαντίσατε, με δώσατε στους Φουστάνους να με μαζέψουν, στους Κωστέτσους να με ράψουν. Κι ύστερα με πετάξατε σαν ξεπλυμένη πόρνη στην Αθηνάς. Γιαγιά δασοκαμένη εγώ, των λακέδων, των νενέκων των βαποριών και των “ανεξάρτητων” πολιτικών.

Τίποτα δε σεβαστήκατε: τη γη μου, την ιστορία μου, το πνεύμα μου. Σας γέννησα τον Σωκράτη, τον φαρμακώσατε, τον Θεμιστοκλή τον εξοστρακίσατε, τον Κολοκοτρώνη, τον φυλακίσατε, τον Καποδίστρια τον φάγατε. Σας έστειλα τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, όλους τους σοφούς της αρχαιότητας – κι εσείς δεν ξέρετε που παν τα τέσσερα. Έστειλα τον Αριστοφάνη να σας ξυπνήσει: Σταματήστε να σκοτώνεστε!! Φάγατε τα μούτρα σας ιμπεριαλιστές! Πρώτοι και σ’ αυτό! Ποια Αμέρικα; Όταν ο Αλέξανδρος ο Μακεδών σάρωνε το Δέλτα του Ινδού κι έμπαινε θριαμβευτής στη Βαβυλώνα, στην Αμερική ο Καθιστός Ταύρος άπλωνε τραχανά. Τώρα κατουρημένες γλύφετε ποδιές των ξένων – την ιστορία μου θυμάστε για ένα δολάριο πουρμπουάρ. Γλώσσα σπιουνοβατράχων βγάλατε και γλύφετε. Στα τέσσερα δε βαρεθήκατε να πέφτετε… κι ένα γαμώτο σας έμεινε… κι αυτό ανάποδο. Τι να σας πω; αυτό που έχετε, αυτό σας αξίζει!
Μία κόρη μου ‘μεινε τώρα. Μπάσταρδη κι αυτή δισέγγονη του καπιταλισμού. Παγκοσμιοποίηση τη λένε – τίποτα δε θα σας αφήσει η σκύλα. Που να πάρετε χαμπάρι εσείς… δόρατα έχετε περισσότερα απ’ όσο μυαλό[3]. Σε λίγο καιρό δε θα ’μαι πια κοντά σας. Δεν έχω να σας δώσω τίποτα άλλο – την κληρονομιά μου την ξεπουλήσατε. Ένα μόνο μου μένει. Μιαν αλήθεια έχω μόνο να σας αφήσω. Να την! Η ολυμπιακή φλόγα! Αιώνες κι αιώνες φυλαγμένη απ’ τα χέρια του Προμηθέα. Δύο φλόγες πήρε απ’ τους θεούς, την μία την έδωσε στους ανθρώπους – βγήκαν απ’ τις σπηλιές, φτιάξανε πολιτισμό. Τη δεύτερη τη φύλαξε για τον εαυτό του. Τον πλησίασα στα βράχια του Καυκάσου – είδα από κοντά το δράμα του. Σαν με είδε όμως κι εκείνος, μάντεψε την τραγωδία που μου έμελλε να ζήσω, έβγαλε τη φλόγα απ’ τον κόρφο του και μου την χάρισε. «Τώρα που θα φύγω.», είπε, «Πάρε την φλόγα εσύ. Και φύλαξε την καλά!». Κι εγώ τον ευχαρίστησα και υποσχέθηκα να κάνω το ίδιο.
Παρόλη τη βλακεία σου, κάτι μου λέει πως έχεις λίγο μυαλό. Είδα, πρόπερσι τη Βουλή των εφήβων. Δόξα τω Θεώ, τα παιδιά σκέφτονται ακόμα. Για να τους θάβουνε τα μίντια, πάει να πει πως σκέφτονται. Γι’ αυτό και σε παιδί θα δώσω την ιερή φλόγα. Τώρα που φεύγω, πάρε την φλόγα εσύ. Και φύλαξε την καλά! Όταν δε θα υπάρχω πια, όταν δε θα ‘χετε ταυτότητα στον κόσμο, ένα τουλάχιστον ενθύμιο να έχετε απ’ τη γιαγιά Ελλάδα.
________________________________________
[1] Πλάτωνας [2] Ξενοφώντας [3] Ευριπίδη, Τρωάδες

Post Navigation